Πέμπτη 26 Μαΐου 2016

Ένα παράπονο.

Ήταν καλοκαίρι και φορούσα κάτι όμορφα χρώματα.
Χρώματα κυανά, κόκκινα, γαλάζια , θαλασσί.
Χρώματα μέσα σε σχήματα και σχήματα μέσα σε μοτίβα.
Όμως μου τα πήραν αυτά τα χρώματα.
Μου πήρα κάθε πινελιά που θύμιζε αρμονία και με καταδίκασαν να ζω στο χειμώνα.

Κατέσκισαν τα ρούχα μου και ξεθώριασε η παλέτα μου.
Με άφησαν γυμνή.
Είμαι γυμνή- ακούς;

Και σαν να μην έφτανε αυτό μου έδωσαν άλλα ρούχα.
Κάτι μαύρα κουρέλια, βρώμικα που κρύβουν καλά τις όμορφες σκιές στο σώμα μου και τις φλέβες στο άσπρο μου δέρμα. Γεννήθηκα με τ' άστρα και πέθανα στο σκότος.

Με άφησαν γυμνή.
Είμαι γυμνή- ακούς;

Κρυώνω, φέρε μου σε παρακαλώ μία ζακέτα και έπειτα θα παλέψουμε μαζί.

Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2015

Σε μια ταράτσα.

Τον κοίταζα.
Και το κεφάλι του ήταν δίπλα ακριβώς από την πανσέληνο.
Ειλικρινά δεν μπορώ να ξεχωρίσω τι ήταν πιο όμορφο.
Όλος ο κόσμος κλείστηκε σε μερικές λέξεις που έμοιαζαν θεριά.

Απογοητεύτηκε.


Το ξέρω, το ένιωσα στον αναστεναγμό του.

Ύστερα από λίγο δεν έβλεπα το πρόσωπό του.
Επέλεξε να αντικρίσει το φεγγάρι.
Δεν τον αδικώ.

Ώ, πόσο μεγάλο έμοιαζε απόψε.


Έτοιμο να απορροφήσει κάθε λέξη, κάθε πνοή και κάθε βλέμμα μας.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα ένιωσα γυμνή, 
γιατί η πραγματικότητα αποφάσισε να στερέψει κάθε λέξη μέσα μου.

Απογοητεύτηκε.


Και ήταν πια τα μάτια του που τα έλεγαν όλα.

Και με τσάκισαν.

Τετάρτη 10 Ιουνίου 2015

Η εφηβεία σε μια χούφτα σκέψεις.

Πληγές που κλείνουν, 
πληγές που ξεχειλώνουν,
πληγές που επιμένουν, 
πληγές που πονούν,
πληγές που υπενθυμίζουν και
πληγές που πολεμούν.
Όλες αυτές τσούζουν όπως όταν το οινόπνευμα συναντά το εκτεθειμένο δέρμα ή όπως όταν κοιτάμε με τρομερή αλαζονεία τον ήλιο κατάματα. Είναι όμως στιγμές που οι πληγές είναι κομμάτι του εαυτού μας, είναι δημιούργημα μας και από εμάς τρέφονται για να επιβιώσουν. Οι πληγές μας, μας θυμίζουν πως υπάρχουμε, πως ζήσαμε κάτι στιγμές ζόρικες ή έντονες και τελικά μάθαμε κάτι. Μάθαμε πως είμαστε αληθινοί, πως είμαστε εύθραυστοι και μέσα από αυτό διδαχτήκαμε να υπομένουμε και να αντιμετωπίζουμε καταστάσεις. Μάθαμε να ξεχωρίζουμε και να αξιολογούμε, να στεκόμαστε στα πόδια μας και να στηριζόμαστε πια στους εαυτούς μας. Καταλάβαμε πως η ζωή κρύβει εκπλήξεις και πως τίποτε δεν τελείωσε. Μεγαλώνουμε και μεγαλώνουμε αργά κουβαλώντας ένα μάτσο όνειρα στα μάτια μας και μια αράδα από λέξεις που δεν θα μάθουμε ποτέ πώς και πότε να τις εκφράζουμε. Η ωρίμανση μας αυτή είναι αρκετά ενδιαφέρουσα αν αναλογιστεί κανείς πόσο αστείες φαίνονται οι στιγμές που προσπαθούμε να σοβαρευτούμε, πόσο ασήμαντα μοιάζουν τα λόγια μας και πόσο αληθινές είναι στη τελική οι στιγμές που είμαστε αυθόρμητοι. Θα περιβαλλόμαστε από την υποκρισία, την ψευδαίσθηση, το ψέμα και ίσως γίνουμε κι εμείς θύματα τους. Θα ζήσουμε με τις πληγές μας, με τις δικές μας πληγές, με τις πληγές που επιλέξαμε να μας πονούν και που ίσως να μην μας πείραζε να τις ξαναζήσουμε. 
Θα είμαστε πάνω απ' όλα αληθινοί και ανθρώπινοι, με αυτό το μάτσο όνειρα να μας θυμίζει γιατί πολεμούμε.

Δευτέρα 8 Ιουνίου 2015

Από το ηλιοβασίλεμα σε μια κατανομή ρόλων.

Είναι αυτή η ώρα που τα χέρια μου φαίνονται χρυσά, τα μάτια μου γυαλίζουν και αντανακλούν τον ήλιο. Είναι αυτή η τόσο πολύτιμη ώρα της ημέρας, που όλη η πλάση μοιάζει με μια χρυσή πανδαισία, οι σκιές χορεύουν κι είναι πια η ώρα να διεκδικήσουμε όλη τη χαμένη αθωότητα από τούτο το κόσμο. Οι καθρέπτες μαυρίζουν και η μόνη αντανάκλαση του εαυτού μας είναι πλέον τα μάτια μας. Τότε είναι που αναλογιζόμαστε τις ευθύνες μας για τα μονοπάτια που ακολουθήσαμε στη ζωή. 

Πορευτήκαμε άλλοτε μόνοι μας, άλλοτε πλάι σε ανθρώπους που επιλέξαμε να είναι δίπλα μας και άλλοτε παρασυρόμενοι από μια θύελλα από συναισθήματα. Δημιουργήσαμε αναμνήσεις, άλλες δυνατές, άλλες ασήμαντες. Όλες όμως είχαν πάντοτε κάτι να μας διδάξουν. Μάθαμε πολλά από τις στιγμές που δημιουργήσαμε και κυρίως από τους ανθρώπους που συναντήσαμε. Κάποιοι ήταν περαστικοί, κάποιοι μόνιμοι και ήταν και αυτοί που ζητούσαν πράγματα από εμάς ή εμείς από αυτούς και τελικά δεν πραγματοποιήθηκε τίποτε από τα δύο. 

Ναι, υπάρχουν πολλά είδη ανθρώπων. Εκείνοι που έχουν αυτό που θέλουν, εκείνοι που θέλουν αυτό που έχουν, εκείνοι που ζητούν αυτό που έχει κάποιος άλλος, εκείνοι που ελπίζουν να αποκτήσουν αυτό που θέλουν, εκείνοι που διεκδικούν αυτό που θέλουν, εκείνοι που θέλουν αυτό που αναζητούν, εκείνοι που ξέρουν τι θέλουν, εκείνοι που μοιράζονται αυτό που θέλουν και έχουν, εκείνοι που αγνοούν αυτούς που τους θέλουν και εκείνοι που παίζουν με συναισθήματα.

Εσύ; Σε ποια κατηγορία ανθρώπων ανήκεις; 
Και το σημαντικότερο... 
Σε ποια κατηγορία θέλεις να ανήκεις;

Σάββατο 6 Ιουνίου 2015

Αν θα ήσουν ο δικός μου καθρέπτης.

Καμιά φορά σκέφτομαι πως θα ήθελα να είσαι ο καθρέπτης μου. 
Θα μου άρεσε πολύ όταν σε κοιτάω να με κοιτάς κι εσύ, 
όταν σου χαμογελάω να κάνεις το ίδιο, 
μα δεν θα ήθελα ποτέ όταν κλαίω να κλαις κι εσύ. 
Τότε απλά θα κρυβόμουν να μην με μιμηθείς. 
Θα ήταν πολύ όμορφο όταν περπατάω να περπατάς πλάι μου 
και να αποτελούμε ένα είδος συμμετρίας. 
Τα θέλω όλα αυτά όχι για να νιώσω κάποιου είδους ανταπόκριση, 
αλλά γιατί θα ήξερα επιτέλους τα συναισθήματα σου. 
Θα μάθαινα τι νιώθεις και θα απολάμβανα μίαν ανακούφιση. 
Κι αν τελικά όλα αυτά που σε πρόσταξα να κάνεις, 
αν θα ήσουν ο δικός μου καθρέπτης, 
δεν σου βγαίνουν πηγαία, 
αν δεν θέλεις να με κοιτάζεις όταν σε κοιτάω, 
αν δεν θέλεις να μου χαμογελάς όταν σου χαμογελάω, 
αν δεν σε ενδιαφέρει αν κλαίω 
ή αν δεν θέλεις να πορευόμαστε μαζί τότε με κάποιο τρόπο κάνε με να το μάθω σε παρακαλώ. 
Όχι, γιατί κουράστηκα να σε συλλογίζομαι, 
μα γιατί ίσως πρέπει να σταματήσω να σε περιμένω.

Μία αλλιώτικη νύχτα.

Καθώς σουρουπώνει οι σκιές στους τοίχους μοιάζουν επιβλητικές 
σαν να ζητούν τα πνεύματα εκδίκηση 
για την απώλεια τους από τούτο το κόσμο. 
Και τότε είναι που αποκτά ενδιαφέρον αυτό εδώ το σπίτι. 
Στέκομαι αμίλητη και παρακολουθώ τα φαντάσματα αυτά της συνείδησης μου 
και κάθε τόσο τους δίνω τροφή για οργή και πάθος. 
Τότε, κάθομαι στη γωνιά δίπλα από τη καρέκλα και παρακολουθώ τη παράσταση αυτή των ανησυχιών μου. 
Ήμουν πάντα αδίστακτη να προκαλώ προβληματισμούς μέσα στο μυαλό μου. 
Τα κύτταρα μου συνωστίζονται και παρακολουθώ με αδράνεια τις φλέβες μου να ωρύονται. 
Μετά από αυτό επικρατεί σιγή και οι σκιές επιτέλους ηρεμούν και μπορώ πλέον να κοιτάζω με νοσταλγία το φεγγάρι.